αἰσχυνῆς

αἰσχύνω
make ugly
fut ind act 2nd sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσχύνης — αἰσχύ̱νης , αἰσχύνη shame fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχύνῃς — αἰσχύ̱νῃς , αἰσχύνη shame fem dat pl (epic) αἰσχύ̱νῃς , αἰσχύνω make ugly aor subj act 2nd sg αἰσχύ̱νῃς , αἰσχύνω make ugly pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κέρδος αἰσχύνης ἄμεινον. — См. Хоть стыдно, да сытно …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • хоть стыдно, да сытно — Что за стыд, был бы сыт. Ср. Lucrum pudori praestat. Прибыль лучше стыда. Ср. Quin et hodie vulgato proverbio jubent: Valere pudorem, ubi de pecunia res agitur. Даже и ныне народная пословица велит тогда проститься со стыдом, когда дело идет о… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Хоть стыдно, да сытно — Хоть стыдно, да сытно. Что̀ за стыдъ, былъ бы сытъ. Ср. Lucrum pudori praestat. Прибыль лучше стыда. Ср. Quin et hodie vulgato proverbio jubent: Valere pudorem, ubi de pecunia res agitur. Пер. Даже и нынѣ народная пословица велитъ тогда… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • осрамленъ — (5*) прич. страд. прош. к осрамити: подобаѥть ѹбо намъ многоразлично нб(с)ноѥ б҃атьство собрати, или бѹдемъ ѡсрамлени (εἰ μὴ μέλλοιμεν καταισχύνεσϑαι) ГА XIV1, 98а; тако ѡсрамленъ и печаленъ възвратисѧ въ Ниневгию (μετ’ αἰσχύνης) Там же, 103а; и… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • αισχύνη — η (Α αἰσχύνη) 1. το συναίσθημα τής ντροπής που δοκιμάζει κανείς για αισχρές πράξεις δικές του ή τών άλλων, η αιδώς (προσωποποιημένη στον Αισχύλο) 2. αίσχος, καταισχύνη, όνειδος (μσν. αρχ.) (ευφημ.) αιδοίο αρχ. 1. ντροπαλοσύνη, συστολή, σεμνότητα …   Dictionary of Greek

  • αναισχυντία — η (Α ἀναισχυντία) [ἀναίσχυντος] έλλειψη αισχύνης, αιδούς, αναίδεια, αδιαντροπιά …   Dictionary of Greek

  • εντρεπτικός — ἐντρεπτικός, ή, όν (AM) επιτιμητικός, επιπληκτικός μσν. επίρρ. ἐντρεπτικῶς επιτιμητικά, επιπληκτικά, ελεγκτικά αρχ. 1. αυτός που επιβάλλει τον σεβασμό 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐντρεπτικόν η συναίσθηση τής αισχύνης, τής ντροπής …   Dictionary of Greek

  • αδιάφορα — Στην ηθική διδασκαλία α. ονομάζονται όσα θεωρούνται πως ούτε επιβάλλονται ούτε απαγορεύονται από τον ηθικό νόμο. Έτσι, οι αρχαίοι κυνικοί και στωικοί α.θεωρούσαν (ουκ εφ’ ημίν) την περιουσία, την υγεία, την τιμή, την ίδια τη ζωή και το θάνατο.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.